Το Παραμύθι Για Τις Ανεμογεννήτριες

 

                                                       ΧΑΜΕΝΕΣ ΣΚΙΕΣ

                              (ή αλλιώς Το Παραμύθι Για Τις Ανεμογεννήτριες)

 

Κάπου μακριά σε ένα ορεινό χωριό σε μια χώρα μακρινή ζούσε ένα παιδί, ο Σάντο, με την οικογένειά του. Ήταν 9 χρονών και πήγαινε στη Τρίτη δημοτικού.

Ξημέρωσε κι ο Σάντο σηκώθηκε, απ’ το κρεβάτι του, έβγαλε τα ακουστικά που φορούσε όλη νύχτα για να μπορεί να κοιμηθεί, έπλυνε τα αυτιά του και πήρε τα χάπια για  τον πονοκέφαλο. Σήμερα είχε πολύ αέρα και δε θα μπορούσε να μείνει ούτε λεπτό χωρίς τα ακουστικά για τα αυτιά. Αυτοί οι τεράστιοι σβούροι, οι ανεμογεννήτριες όπως τις λένε,  που είχαν βάλει στις βουνοκορφές, όταν ο πατέρας του ήταν παιδί, σήμερα, γυρνούσαν σαν αλαφιασμένοι και έκαναν τόσο θόρυβο!

Πόσο πολύ τους είχαν κοροϊδέψει λέγοντάς τους ότι χάρη σ’ αυτούς θα  είχαν δήθεν φθηνότερη ενέργεια… Από τότε που γέμισαν τις βουνοκορφές του τόπου του όλα είχαν αλλάξει.

Εδώ και χρόνια τα δέντρα πέθαιναν είτε από το θόρυβο είτε από το ότι δεν υπήρχαν πια νερά. Οπότε και σκιές δεν υπήρχαν και παντού ο τόπος κόχλαζε από την κάψα...

Φόρεσε  λοιπόν το καπέλο του με το τεράστιο γείσο, τα μαύρα γυαλιά, ένα ύφασμα για το πρόσωπο και τα μακριά ρούχα του για να προστατεύεται από τον ήλιο και ξεκίνησε για το σχολείο.

Στο δρόμο  ως συνήθως δεν είδε κανένα συγχωριανό του αφού όλοι ήταν μέσα στα σπίτια τους  για να φυλάγονται από το θόρυβο και τον ήλιο. Δουλειές δεν είχαν πια, μιας και οι μισοί ήταν άρρωστοι απ’ τους πονοκεφάλους και των άλλων μισών τα χωράφια καταστράφηκαν από την ξηρασία

Ευτυχώς ο πατέρας του Σάντο είχε δουλειά. Δούλευε στην υδροδεξαμενή, που μάζευε όλα τα νερά από τις πηγές, τις βροχές και τα χιόνια και τα στέλνε πάνω στα βουνά για να τα ρίξουν  σ’ αυτές τις ανεμογεννήτριες, να τις στροβιλίσουν τις ημέρες που δεν φυσούσε άνεμος και έτσι αυτές να συνεχίζουν να παράγουν ηλεκτρικό ρεύμα για τους υπολογιστές και τις μηχανές. Όμως, με αυτόν τον τρόπο δεν υπήρχαν νερά για τίποτε άλλο και τα δέντρα είχαν πεθάνει. //////

Ήξερε, όμως, ο Σάντο ένα δέντρο που δεν είχε πεθάνει. Μεγάλο δέντρο, μια παλιά και ψηλή χαρουπιά. Ήταν στην πίσω μεριά του βουνού και δε φαινόταν από το χωριό.  Είχε ρίζες βαθιές κι έτσι χρειαζόταν  ελάχιστο νερό.

Εκεί ο Σάντο έβρισκε ίσκιο και ξεκουραζόταν. Το είχε πει και στους συμμαθητές του στο σχολείο και πηγαίνανε παρέα στο δέντρο και άραζαν κάτω απ’ τη σκιά του. Και τον Σεπτέμβρη σκαρφάλωναν πάνω στα κλαδιά του και μάζευαν χαρούπια να τα φάνε. Όμως  τα παιδιά είχαν ορκιστεί να μην πουν τίποτα στους μεγάλους,  ούτε καν στους γονείς τους για αυτό το μεγάλο δέντρο. Φοβόντουσαν μην τους το πάρουν το Δέντρο. Έτσι το λέγανε, το Δέντρο. Και ήταν το μεγάλο τους μυστικό. //////

Εκείνη τη μέρα, όμως, ο Σάντο ένιωθε τέτοια κάψα που πήγε στο Δέντρο πριν το σχολείο να δροσιστεί  λίγο. Και όταν πήγε, τι να δει! Το Δέντρο ήταν εκεί, μα η σκιά του είχε φύγει, δεν ήταν εκεί! Το Δέντρο από πάνω και από κάτω ηλιοκαμένο έδαφος! Πώς να το εξηγήσει αυτό ο Σάντο;;;;; Έχουν οι σκιές ποδάρια και φεύγουν;;;;;;

Τρέχει αμέσως στο σχολειό να το πει στους φίλους του.

-«Θα με πάρετε για τρελό, αλλά πήγα στο Δέντρο και ξέρετε τι έγινε;;;;το Δέντρο ήταν εκεί μα η σκιά του είχε φύγει»

Με το ζόρι κρατιόντουσαν όλοι μέχρι να σχολάσουν για να πάνε στο Δέντρο. Και φυσικά πήγαιναν λίγοι-λίγοι για  να μην τους πάρουν χαμπάρι οι μεγάλοι. Έφτασαν στο μυστικό τους μέρος και είδαν με τα μάτια τους αυτό που τους περιέγραφε ο Σάντο.

-«Οι σβούροι τη φύσηξαν μακριά»

-«Κάποια κατάρα, κάποια μάγια έκανε κάποιος!»

-«Οι μεγάλοι, αυτοί μας την έκλεψαν!»

Αυτά υπέθεταν τα παιδιά, ώσπου κάποιο είπε:

 «Ό, τι και να έχει γίνει σίγουρα δεν θα έχει πάει μακριά. Και σίγουρα θα φαίνεται αν τη ψάξουμε, είναι μοναδική, δεν υπάρχει κι άλλη σκιά σαν αυτή πουθενά»

                Και βάλθηκαν όλοι να τη ψάχνουν σε ομάδες. Πήραν κιάλια και κοιτούσαν από τα υψώματα. Πήγαν πίσω από το βουνό. Έψαξαν και μες στο χωριό. Κοίταξαν και μέσα στα σπίτια τους: στις αποθήκες, στα ντουλάπια, στα συρτάρια, στα μπαούλα, κάτω από τα κρεβάτια και κάτω απ’ τις κουβέρτες! Τζίφος!!! Πουθενά η σκιά!

                Και τότε λέει ο Σάντο :

-Μπορεί και να βαρέθηκε να’ ναι μόνη της και να πήγε να βρει άλλες σκιές.

-Και που θα βρει άλλες;;

-Πέρα στ’ άλλα βουνά, εκεί που δε βάλανε τους σβούρους. Σίγουρα θα ‘ χουν μείνει δέντρα εκεί με σκιές.

-Ε τότε να τη βρούμε και να τη φέρουμε πίσω, είπαν όλοι μ’ ένα στόμα.

Θα πήγαιναν λοιπόν να ψάξουν τη σκιά τους όσο μακριά και αν χρειαζόταν, ακόμα και σε τόπους που δεν γνώριζαν.

Την άλλη μέρα τα παιδιά συνέχισαν το δρόμο τους, ανεβαίνοντας πλαγιές κ κατεβαίνοντας χαράδρες μέσα στο λιοπύρι και τη ζέστη. Πέρασαν 4 μέρες και τα τρόφιμα, μα κυρίως το νερό, άρχισαν να λιγοστεύουν επικίνδυνα. Ευτυχώς, όμως, την πέμπτη μέρα είδαν στον ορίζοντα μακριά ένα βουνό διαφορετικό από αυτά που ήξεραν. Ήταν καταπράσινο. Τάχυναν το βήμα τους αν και ήταν κατάκοποι και διψασμένοι. Σε μερικές ώρες είχαν φτάσει.

Πανύψηλα πλατάνια άπλωναν τα πελώρια κλαδιά τους και έκαναν τεράστιες σκιές και άκουγες παντού κελαϊδίσματα μικρών και μεγάλων πουλιών. Κάθε λογής λουλούδια στο χώμα να μυρίζουν. Μουριές, πορτοκαλιές, βερικοκιές και μανταρινιές να είναι φορτωμένες. Τα παιδιά σκαρφάλωσαν πάνω τους να κόψουν τα φρούτα  για να φάνε. Και μια περίεργη μυρωδιά υγρασίας απλωνόταν στον αέρα… Τι να είναι αυτό άραγε; Μα φυσικά, ήταν ένα ρυάκι που ανακάλυψε ο Σάντο λίγο πιο πάνω. Όλα τα παιδιά έτρεξαν να πιουν και να ξεδιψάσουν. Παγωμένο, τρεχούμενο, καθάριο νερό!

Τα παιδιά έκατσαν εκεί με τις ώρες και ξεκουράζονταν. Ήταν, όμως, γεμάτα απορία: Γιατί αυτός ο τόπος να είναι τόσο ωραίος κι ο δικός τους όχι;;;;;

Εκείνη τη στιγμή άκουσαν πρόβατα να τρέχουν και είδαν ένα βοσκό να περνάει από δίπλα τους. Ο βοσκός σαν τους είδε, παραξενεύτηκε. «Τι να γυρεύουν εδώ άγνωστα μικρά παιδιά;», σκέφτηκε. Τους πλησίασε και πιάσανε την κουβέντα. Τα παιδιά του είπαν από πού έρχονταν και ότι έψαχναν τη σκιά μιας χαρουπιάς. Κι ο βοσκός έβαλε τα γέλια. Ο Σάντο άρχισε να του εξηγεί καλύτερα και να του περιγράφει τον τόπο τους. Να του λέει για τα νερά που λιγόστευαν και για τα δέντρα που πέθαιναν. Για τον καυτό ήλιο που τους έκαιγε και για το μεγάλο θόρυβο που τους διάλυε τα αυτιά νύχτα και μέρα.

Τότε ο βοσκός κατάλαβε και τους είπε την ιστορία του τόπου του. Ότι και σε αυτούς είχαν βάλει στα βουνά τους ανεμογεννήτριες. Και σε αυτούς λιγόστεψε το νερό και έχασαν τα δέντρα τους. Κι αυτοί υπέφεραν από πονοκεφάλους και ψήνονταν από τον ήλιο. Ώσπου μια μέρα όλοι μαζί πήραν μια γενναία απόφαση: Να διώξουν τις ανεμογεννήτριες από τα βουνά τους.

Και πράγματι όταν κατάφεραν να τις βγάλουν και να γκρεμίσουν τις υδροδεξαμενές που παγίδευαν τα νερά, άρχισε σιγά-σιγά να πρασινίζει και πάλι ο τόπος τους. Να φυτρώνουν τα πρώτα δεντράκια, που έγιναν με τον καιρό πλατάνια μεγάλα και οπωροφόρα δέντρα. Λουλούδια φύτρωσαν παντού και ρυάκια  κύλισαν. Πουλιά  ξανάρθαν κι έκαναν πάλι τις φωλιές τους. Και φυσικά σταμάτησαν οι πονοκέφαλοι των ανθρώπων./////

Τότε τα παιδιά κατάλαβαν τι πρέπει να συμβεί για να ξαναγίνει κι ο τόπος ο δικός τους όμορφος. Έπρεπε να γυρίσουν πίσω το συντομότερο και να πουν στους μεγάλους όσα είδαν και όσα άκουσαν από τον βοσκό, για να τους πείσουν να βγάλουν τις ανεμογεννήτριες από τα βουνά τους, ώστε να ξανακυλήσουν τα ποτάμια, να μεγαλώσουν κι άλλα δέντρα, να ξανακάνουν καρπούς, να ξαναγυρίσουν κι οι χαμένες σκιές.

 Κι έτσι το Δέντρο τους δεν θα είναι πια μόνο του και θα υπάρχει σκιά για όλους!