Γιατί έχουμε ανάγκη τα παραμύθια

Γιατί έχουμε ανάγκη να ακούμε παραμύθια;

Παραμύθι, παραμύθι στρογγυλό σα το ρεβίθι, ψέματα ή αλήθεια έτσι είν’ τα παραμύθια.

Αρχή του παραμυθιούν λοιπόν, αρχή του ταξιδιού των λέξεωνν που βγαίνουν από την ψυχή σαν τα πουλιάν που μεταναστεύουν για να μπουν σ’ αυτιά και σε μάτια ανοιχτά και να καταλήξουν πάλι στην ψυχή αυτών που τα ακούν.

Γιατί όμως έχουμε ανάγκη τα παραμύθια; Μήπως επειδή μας δείχνουν μονοπάτια ώστε να ανακαλύψουμε το δικό μας δρόμο για τη ζωή; Μήπως επειδή δίνουν νόημα στον πόνο, στην αγωνία, στις δοκιμασίες; Μήπως επειδή με τα κρυφά τους νοήματα ξεκλειδώνουν τα μυστικά της  ύπαρξης; Ίσως για όλα αυτά μαζί… Και σίγουρα και για άλλα πολλά που ο καθένας ανακαλύπτει μόνος του. Σίγουραν όμωςν δεν είναι τα παραμύθια απλά ένας εύκολος τρόπος για να κοιμίζεις τα παιδιά, αλλά ένας δύσκολος δρόμος για να αφυπνίζεις τους μεγάλους και να τρέφεις τα παιδιά.

Ειδικά τα λαϊκά παραμύθια έχουν τη δύναμη της αποστασιοποίησης. Μας εξηγούν από την αρχή ότι στη ζωή είναι δυνατόν όλα να συμβούν, ακόμα και τα πιο μεγάλα «ψέματα». Μέσαν όμωςν από αυτά τα «ψέματα» συχνά ακούμε τις πιο μεγάλες «αλήθειες»!

Και γιατί δεν αρκεί να διαβάζουμε τα παραμύθια; Τι το διαφορετικό συντελείται όταν μας τα αφηγούνται; Σε αντίθεση με την ανάγνωση των παραμυθιών, όσο καλά κι αν αυτή γίνεται, η αφήγηση επιτρέπει αρχικά στον παραμυθά να οικειοποιείται τον μύθο, να τον ενσωματώνει και τελικά να μεταφέρει την προσωπική και ιδεολογική του προσέγγιση της ιστορίας. Εκτός από τα λόγια ο αφηγητής χρησιμοποιεί και την σιωπή, την παύση, στη διάρκεια της οποίας έρχονται και ξεκουράζονται οι λέξεις και δίνουν τον απαραίτητο χρόνο ώστε να λειτουργήσει ο απόηχός τους. Έτσι, ίσως και να σχηματοποιηθούν στον ακροατή, με τη δύναμη της φαντασίας του, εικόνες διαφορετικές για τον καθένα.

Το ζήτημα για τον αφηγητή δεν είναι να θυμούνται τον ίδιο, αλλά την ιστορία του, το μύθο που μετέφερε. Αυτό που προέχει στην αφήγηση είναι να φτάσει ο λόγος στον ακροατή και να τον αγγίξει, να τον συγκινήσει. Και αυτό επιτυγχάνεται μόνο εφόσον ο αφηγητής έχει ο ίδιος συγκινηθεί από την ιστορία του.

Η επιλογή των ιστοριών, των μύθων, των παραμυθιών είναι δείγμα της προσωπικότητας του κάθε αφηγητή και ο τρόπος αφήγησής τους απόλυτα συνδεδεμένος με τον εσωτερικό κόσμο του και την ιδιοσυγκρασία του. Έτσι, κάθε παραμυθάς, κάθε αφηγητής θα προσπαθήσει να προσεγγίσει τους ακροατές του με το δικό του τρόπο και εφόσον το καταφέρει είναι σίγουρο ότι όσοι τον άκουσαν θα κρατήσουν μέσα τους τα λόγια του σαν μικρό θησαυρό, σαν τροφή άυλη και πολύτιμη.

Στην εποχή της εικόνας και της ταχύτητας, τα παραμύθια αποτελούν ένα στασίδι, όπου ο καθένας μπορεί ν’ αναπαυτεί και να αφήσει τα μάτια της φαντασίας του να δουν πίσω από τις εικόνες και τις λέξεις. Αποτελούν καταφύγιο της αληθινής συγκίνησης  και του στοχασμού πάνω στις πανανθρώπινες αξίες.

Μαρία Τσουκνάκη

Σεπτέμβρης 2014